Τετάρτη, 11 Απριλίου 2018

Μάριος Μαρινάκος(Δικηγόρος) Όταν τελικώς φτάνει η τράπεζα στη διαταγή πληρωμής, θα πρέπει να διακρίνει στην ιστορική της βάση 6 διακριτές αιτίες παραγωγής και λογισμού τόκων. Διαφορετικά τόσο η αίτηση όσο και η διαταγή πληρωμής πάσχουν τουλάχιστον από αοριστία (βλ ΑΠ 1022/2008).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος της Ελλάδας, όπως το τελευταίο μεταφέρθηκε στη δημοτική γλώσσα με το Β ́ Ψήφισμα της 6ης Μαρτίου 1986 της ΣΤ ́ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων και όπως αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ ́ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων και με το Ψήφισμα της 27ης Μαΐου 2008 της Η ́ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. Α ́ 102/02-06-2008:

1. Οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου.

Ενώ, σύμφωνα με την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου αυτού: Το άρθρο 28 αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Με τον Ν. 3601/2007 (ΦΕΚ Α ́ 178/01-08-2007) έγινε η ενσωμάτωση στην ελληνική τραπεζική νομοθεσία των διατάξεων των Οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με αριθμό: 2006/48/ΕΚ σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας από τα πιστωτικά ιδρύματα (L 177/30-06-2006) και 2006/49/ΕΚ για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (L 177/30-06-2006).

Με τον Ν. 4261/2014 (ΦΕΚ Α ́ 107/05-05-2014) και συγκεκριμένα, με τα άρθρα 1 έως και 166 του νόμου αυτού έγινε η ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 «σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των Οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ» (EE L 176), ενώ καταργήθηκε ο προϋφιστάμενος Ν. 3601/2007.

Από την ουσιαστική διάταξη, υπερνομοθετικής ισχύος, δημοσίας τάξεως (“Απαγορεύεται...”) και αμέσου εφαρμογής, όπως αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, ως άρθρο 88 του Ν. 3601/2007 και επαναλήφθηκε ως άρθρο 150 του Ν. 4261/2014, ο Κοινοτικός Νομοθέτης όρισε δυο άκρα χρονικά όρια: α) για το λογισμό τόκων επί του δανειακού λογαριασμού, και β) για την διάσωση του εκτοκισμού των πιστώσεων.

Σύμφωνα με το πρώτο όριο, το οποίο αποτελεί άκρο χρονικό όριο του λογισμού τόκων επί του δανειακού λογαριασμού, ο λογισμός τόκων απαγορεύεται, εφόσον αυτοί μένουν ανείσπρακτοι, για τουλάχιστον έξι (6) μήνες, για εμπραγμάτως ασφαλισμένες πιστώσεις και τρεις (3) μήνες, για μη εμπραγμάτως ασφαλισμένες απαιτήσεις.

Μετά την πάροδο του ως άνω -κατά περίπτωση- υπολογιζόμενου χρονικού διαστήματος, επιτρέπεται μόνο ο εξωλογιστικός προσδιορισμός των τόκων,
περιλαμβανομένων και των τυχόν τόκων υπερημερίας και εξ ανατοκισμού όπου επιτρέπεται, οι οποίοι θα λογιστικοποιούνται, όταν και εφόσον εισπράττονται.

Εάν δε, παρά την ανωτέρω ρύθμιση, οι ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες εξακολουθούν να λογίζουν τόκους επί του δανειακού λογαριασμού, οι οποίοι προσαυξάνουν το χρεωστικό υπόλοιπο των δανειοληπτών, τότε οι λογιζόμενοι και μη εισπραττόμενοι τόκοι (που προσαυξάνουν τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών), θα πρέπει να πιστώνονται, τουλάχιστον κατά το ισόποσο της χρέωσής τους, εντός του τριμήνου που έπεται της ημερομηνίας λογισμού τους (δεύτερο όριο).

Σε διαφορετική περίπτωση, η κύρωση από την παραβίαση της διάταξης αυτής είναι σαφής και ορίζεται από το ίδιο το κείμενο του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο, παύει ο εκτοκισμός των δανείων ή λοιπών πιστώσεων.
Εάν απεναντίας, από την αναλυτική κίνηση του δανειακού λογαριασμού αποδεικνύεται ότι η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία εξακολουθούσε και μετά το πέρας του εξαμήνου να λογίζει τόκους, επί του δανειακού λογαριασμού, προσαυξάνοντας κατά τα αντίστοιχα ποσά, το χρεωστικό υπόλοιπο του οφειλέτη, τότε οι τόκοι αυτοί θα έπρεπε να είχαν αντιλογιστεί επί του δανειακού λογαριασμού, εντός τριμήνου (από την ημερομηνία λογισμού τους), ώστε να διασωθεί ο εκτοκισμός της πίστωσης.

Εάν τέτοιος αντιλογισμός δεν μαρτυράται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων των τραπεζών, τότε από ουσιαστική διάταξη, υπερνομοθετικής ισχύος, δημοσίας τάξεως (“Απαγορεύεται...”) και αμέσου εφαρμογής, η εκάστοτε τράπεζα θα έπρεπε να γίνει δεκτό, ότι απώλεσε το δικαίωμα εκτοκισμού της πίστωσης.

Κατόπιν τούτων:
α) Καμία τράπεζα δεν κάνει κούρεμα όταν κουρεύει εξωλογιστικούς τόκους. Απλά, τακτοποιεί τα παρανομως τηρηθέντα βιβλία της, στα οποία επέμενε να λογίζει παρανόμως λογισμένους εξωλογιστικούς τόκους, παραβιάζοντας τον νόμο.

β) Κανένα δικαστήριο στη χώρα, επί τουλάχιστον 10 έτη κρίσης, δεν τήρησε το Νόμο (τι περίεργο, ε;!). Η παραβίαση του νόμου, μάλιστα, ήταν κι εξακολουθεί να είναι διπλή: Εκδόθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες διαταγών πληρωμής (κι εξακολουθούν να εκδίδονται) που, αφενός μεν επιδικάζουν μη λογιστικοποιημένους τόκους [οι οποίοι δεν θα μπορούσαν να επιδικαστούν δίχως προηγούμενα να έχουν αντιλογιστεί, τηρούμενοι σε ειδικό λογαριασμό τάξεως (βλ. ΠΔ 384/1992 για τους ειδικούς λογαριασμούς των πιστώσεων)] και αφετέρου, επιδικάζεται η απαίτηση ως δήθεν έντοκη, παρόλο που σε προγενέστερο χρόνο είχε χαθεί το δικαίωμα εκτοκισμού της πίστωσης.

γ) Για να προλάβω τους δύσπιστους ή τους κακόπιστους: Η παραπάνω ερμηνεία προέρχεται από μεταπτυχιακές παραδόσεις καθηγητή πανεπιστημίου και νομικού συμβούλου κραταιάς συστημικής τράπεζας. Έτσι, για να εκτίθενται ερμηνείες του στυλ "η διάταξη είναι μόνο λογιστικής φύσεως" που ούτως ή άλλως δεν στέκουν, αφού η παρ 4 του αρ 150 του Ν. 4261/2014 ορίζει, άλλωστε, ρητά ότι η διάταξη ΔΕΝ επιδρά στα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και συνεπώς ΔΕΝ ήταν ποτέ λογιστικής φύσεως.
Λογιστική ήταν μόνο η διάθεση των εκάστοτε νομιμοποιητών...
-----------------------------------------------------------------------------
Λογιστικοποιημένοι τόκοι είναι όσοι λογίζονται επί των λογαριασμών της πίστωσης και φαίνονται στα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας.

Ακόμα κι αν δεν καταβάλλονται, μπορούν να λογιστούν έως 6 μήνες (ή 3 μήνες κατά περίπτωση) τέτοιων τόκων. Αν όμως συμπληρωθεί το εξάμηνο (ή τρίμηνο, κατά περίπτωση) τότε υποχρεωτικά πρέπει να παύσει ο λογισμός τους επί των λογαριασμών της πίστωσης.

Οι τόκοι που δεν μπορούν να λογιστούν στους λογαριασμούς, τηρούνται σε ειδικούς λογαριασμούς τάξεως και ονομάζοντα εξωλογιστικοί. Τέτοιοι μπορούν να είναι οι συμβατικοί τόκοι αλλά και οι τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού.

Δηλαδή, να το κάνω πολύ λιανά (όπως λένε και στο χωριό μου, γιατί δεν το κρύβω ότι είμαι από χωριό). Οι τόκοι κάθε πίστωσης είναι:
1. Οι συμβατικοί τόκοι κεφαλαίου
2. Οι τόκοι υπερημερίας
3. Οι τόκοι από ανατοκισμό 
4. Οι εξωλογιστικοί συμβατικοί τόκοι κεφαλαίου
5. Οι εξωλογιστικοί τόκοι υπερημερίας
6. Οι εξωλογιστκοί τόκοι από ανατοκισμό.
==========================================
Θεωρητικά, ο σχετικός λόγος ανακοπής πρέπει να γίνει δεκτός, αφού κατ' αρχάς αποκαλύπτει διαδικαστικό απαράδεκτο, δεύτερον αποκαλύπτει αοριστία (δηλαδή εκ νέου απαράδεκτο της αίτησης επί τη βάσει της οποίας εκδόθηκε η ΔΠ) και τρίτον αποκαλύπτει το δικονομικά νομω αβάσιμο της αίτησης επί τη βάσει της οποίας εκδόθηκε η διαταγή.

Η παραβίαση διατάξεως που ορίζει τον δέοντα τρόπο τήρησης των βιβλίων της τράπεζας, αποτελεί ουσιώδη τύπο. Η παραβίαση ουσιώδους τύπου αναφορικά με την τήρηση των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας επιδρά στην έγγραφη απόδειξη της απαίτησης, αφού το παρανόμως συνταχθέν έντυπο δεν καθίσταται έγγραφο ικανό να παράξει απόδειξη, ιδίως εφόσον κατά την σύνταξη του εγγράφου έχουν παραβιαστεί ουσιώδεις διατάξεις, δημοσίας τάξεως και υπερνομοθετικής ισχύος.

Το απαράδεκτο συνίσταται σε αοριστία της αιτήσεως επί τη βάσει της οποίας εκδόθηκε η ΔΠ, αφού δεν προσδιορίζεται η πραγματική αιτία παραγωγής και λογισμού των τόκων, ιδίως διότι αορίστως φέρονται οι τόκοι (κεφαλαίου και υπερημερίας) να προέκυψαν από τη λειτουργία κάποιας δανειακής σύμβασης, πλην όμως αιτία διακριτής τήρησης των μη λογιστικοποιημένων τόκων σε διακριτό λογαριασμό τάξεως είναι ο Νόμος κι όχι η σύμβαση.

Νόμω αβάσιμο εντοπίζεται καθ' ο μέρος επιδικάζεται η απαίτηση ως έντοκη, παρόλο που η πίστωση έχει χάσει προηγούμενα το δικαίωμα εκτοκισμού, εφόσον διώκεται η καταβολή συμβατικών τοκων, που θα έπρεπε, είτε να έχουν αντιλογιστεί, ώστε να μην προσαυξάνουν τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών, είτε θα έπρεπε να τηρούνται σε ειδικό λογαριασμό τάξεως.

Πάντως και ο προσδιορισμός κονδυλίων σε αυτή την περίπτωση είναι εξαιρετικά εύκολος. Βρίσκεις την εφαρμοστέα μείζονα πρόταση (3μηνο ή 6μηνο, ανάλογα με τη φύση της πίστωσης) και ύστερα απλά παραθέτεις τα κονδύλια τόκων που θα έπρεπε να είναι εξωλογιστικά τηρηθέντες ή αντιλογισμένοι.                    σημ.ΔΠ=ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ

                  * ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ, ΔΕΝ ΚΟΣΤΙΖΕΙ !!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου