Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

Αυτό το γνωρίζουν όσοι δρουν βιοφιλοσοφικά. «Εάν θέλεις να γνωρίσεις τον εαυτό σου, πιάσε μια ρακέτα.» λέει ο Δημήτρης Αντωνόπουλος, ή «Πασαρέλας» όπως αποκαλούν οι φίλοι ..


Η αυτογνωσία επιτυγχάνεται δια της καταγραφής και αξιολογήσεως των εμπειριών μας. 
Και επειδή μηδέν αφήνω ασχολίαστο, προ 15 χρόνια δημοσίευσα το παρακάτω άρθρο. 
Απολαύσετε όσοι ρακετόβιοι των παράλιων..!

Κάθε φορά που αποχαιρετώ μία δραστηριότητα, την ανασκοπώ...
Σε λίγο θα κάνω το ίδιο και με την ποδηλασία. Αυτό το έγραψα το 2003, πριν ασχοληθώ με την αετοπλοΐα. Έχει πλάκα η ζωή σε αυτόν τον πλανήτη.

ΠΑΡΑΘΑΛΑΣΣΙΑ ΣΦΑΙΡΟΚΡΟΥΣΙΑ (ΡΑΚΕΤΑ)
ΜΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΕ ΕΝΑΝ ΑΜΙΓΩΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΕΣΜΟ

Τι μανία είναι αυτή που εθίζει έναν όλο και μεγαλύτερο αριθμό Ελλήνων κάθε καλοκαίρι - αναρωτιέται κανείς - αρειμανίως να κατακτυπούν μπάλες του τένις παλινδρομικά με ένα ξύλινο ρόπαλο που παράγει εκκωφαντικούς ήχους, συνοδεία κραυγών, βρυχηθμών και μακροβουτιών στην άμμο;

Κορμιά αρρένων, αθλητικά και μη, κατ’ αυτόν τον τρόπο επιδιώκουν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στο ωραίο φύλο - τις λάγνες μορφές που επιδιώκουν να εντυπωσιάσουν. Ίσως για αυτό τον λόγο σπανίως θεατοί είναι «ρακετίστες» σε ερημικές παραλίες. Όπου υπάρχει κόσμος, να σου δυάδες ή τετράδες κάθε ηλικίας να κόπτεται για προσφορά θεάματος. Όντως, δεν υπάρχει άθλημα που τόσο κραυγαλέως δηλώνει την πανάρχαια ανθρώπινη αναζήτηση άμεσης αναγνώρισης και αποδοχής από τις μάζες.

Αλλά ας μην είμαστε και τόσο αυστηροί και έτοιμοι να επικρίνουμε τους επιδειξιομανείς «σφαιροκρούστες», εφόσον πρόκειται για μία ειλικρινή εκδήλωση της ανθρώπινης κατάστασης. Εξ άλλου, όλα τα αναγνωρισμένα αθλήματα είχαν στην βάση τους το ίδιο ελατήριο – την ανάδειξη, είτε επρόκειτο για τα Ολυμπιακά αγωνίσματα, μέσω των οποίων η κάθε Ελληνική πόλη ήθελε να καυχηθεί ότι διέθετε τους δυνατότερους άνδρες (για να δουν οι άλλες πόλεις με τι είχαν να αναμετρηθούν σε περίπτωση πολεμικής σύρραξης), είτε πρόκειται για τα σημερινά μαζικά αθλήματα όπως το ποδόσφαιρο, στα οποία πολλοί οπαδοί έχουν επενδύσει το γόητρο της προσωπικότητός τους απατηλά ταυτιόμενοι με την δόξα που αποκομίζουν οι ομάδες τους.

Στην ρακέτα, τουλάχιστον, ο καθένας είναι οπαδός και θαυμαστής του εαυτού του. Αυτό εύκολα το διαπιστώνει κανείς συζητώντας με τους πιο πορωμένους του αθλήματος. Έκαστος καυχιέται για το «θανατηφόρο» του «γαμψί» (κτύπημα από πάνω προς τα κάτω με σπάσιμο του καρπού που θυμίζει μαστίγωμα), ή το «κεραυνοβόλο» του «ντράιβ» (οριζόντιο κτύπημα με εκτεταμένο όλο το χέρι ωθούμενο από το σπάσιμο της μέσης), ή το «αστραπιαίο» του «ρεβέρ» (που θυμίζει πισωγυριστό ράπισμα [σφαλιάρα]), ή τον «θεαματικότατό» του «μύλο» (με εκτεταμένο όλο το χέρι να παίρνει φόρα κυκλικά). Υπάρχουν και οι λίγοι εκλεκτοί που μπορούν να καυχηθούν ότι διαθέτουν όλα τα κτυπήματα. Εάν αναλογισθούμε την ορολογία και τις κινήσεις που απαιτεί το παιχνίδι, πρόκειται για πολεμική τέχνη επίθεσης και άμυνας, στην οποία γρήγορα εθίζεται κανείς, εφόσον παίζοντας ρακέτα εκτονώνει αρχέγονα ένστικτα επιβίωσης και δράσης.

Όταν κάνουμε λόγο για «ρακετόβιους» δεν αναφερόμαστε σε εποχιακούς παίκτες, αλλά σε άτομα των οποίων η σφαιροκρουσία είναι συνυφασμένη με την ζωή τους χειμώνα - καλοκαίρι. Μάλιστα, ακόμα και επίσημοι όμιλοι έχουν σχηματισθεί από τις παραλίες τις Αττικής έως τα Χανιά Κρήτης, όπου ανθεί το παλινδρομικό «κατακτύπι». Και ενώ την δραστηριότητα την απαρτίζουν κυρίως άνδρες από τα λαϊκά στρώματα των οποίων οι συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από ρακέτα και τάβλι, όλο και περισσότερο κερδίζει έδαφος σε όλες τις τάξεις. Τελευταία και το ωραίο φύλο έχει ενεργή συμμετοχή στον θεσμό. Στην παραλία απογυμνώνονται όλοι από τις ταξικές και πνευματικές διαφορές και πέφτουν τα κοινωνικά προσωπεία. Όπως κάποιος δεν μπορεί να κρύψει την εξέχουσα κοιλία του όταν φοράει μαγιό, ουκ δύναται αποκρύψη τις αρετές και τα ελαττώματά του κατά το ατομικό αυτό παιχνίδι.

Αυτό το γνωρίζουν όσοι δρουν βιοφιλοσοφικά. «Εάν θέλεις να γνωρίσεις τον εαυτό σου, πιάσε μια ρακέτα.» λέει ο Δημήτρης Αντωνόπουλος, ή «Πασαρέλας» όπως αποκαλούν οι φίλοι τον πασίγνωστο για τις ικανότητές του στο παιχνίδι παίκτη της παραλίας του Μπάτη στο Φάληρο. Θα συμφωνούσε μαζί του και ο αείμνηστος αθλητής και άνθρωπος, Θωμάς Καρτσονάκης, που έφερε την ρακέτα στα Χανιά το 1953 από τις παραλίες της Αιγύπτου, όπου οι εκεί Έλληνες νεαροί επινόησαν την σφαιροκρουσία στις παραθαλάσσιες εξορμήσεις τους. Πολλοί τον θυμούνται να λέγει: «Ο πραγματικός χαρακτήρας του ανδρός αποκαλύπτεται στο παιχνίδι, ακριβώς όπως στην μέθη αναδύεται το κατεσταλμένο του ‘είναι’».

Όντως, ο τρόπος που αντιμετωπίζει κανείς τους συμπαίκτες του εντός και εκτός παιχνιδιού γράφει τόμους για το ποιόν και άτομό του. Αλαζονείες, ναρκισσισμοί, ανασφάλειες, εγωισμοί, τάσεις σαδισμού ή και μαζοχισμού, κακεντρέχειες, ιδιοτέλειες αλλά και ηρωισμοί, αγάπες, αλληλεγγύη, αυτοθυσίες είναι μερικά από τα αντιμαχόμενα στοιχεία έκδηλα σε όλο το μεγαλείο τους ανεξαρτήτως κατηγορίας παικτών. Και ενώ ο σκοπός του παιχνιδιού είναι η επίτευξη της δυναμικής παλινδρόμησης της μπάλας στην μέγιστη διάρκεια χωρίς πτώση, υπάρχουν παίκτες που χαμογελούν σαρκαστικά όταν με «καρφί» καταφέρνουν πλήγμα στο κορμί του συμπαίκτη τους. Άλλοι ηδονίζονται όταν έχουν τον πρώτο λόγο στα δυνατά κτυπήματα χωρίς να στρώνουν για να καρφώσει ο απέναντί του. Έκσταση νοιώθουν και αυτο-στεφανωμένες «βεντέτες» όταν κάποιος τους κάνει πρόταση για παιχνίδι και αυτοί δράττονται της ευκαιρίας να αρνηθούν. «Όποτε θέλω εγώ θα σε παίξω!» είναι κάτι που ακούγεται συχνά. Ναι, ακόμη και στον φαινομενικά αγνό χώρο της παραλίας ο άνθρωπος δημιουργεί καταστάσεις επιβολής και εξουσίας.

Ειδικά στην κορυφή της πυραμίδας, οι οποία αποτελείται από επιφανείς ρακετίστες με υψηλή τεχνική και άριστη φυσική κατάσταση, συχνά γίνονται ψυχολογικές κοκορομαχίες επικών διαστάσεων. Ζηλοτυπίες παίρνουν και δίνουν, κλίκες συγκροτούνται και μάχες ορίζονται όλο και συχνότερα σε επίσημες αναμετρήσεις. Το γεγονός ότι ακόμη δεν έχει ορισθεί αντικειμενικός τρόπος αξιολόγησης, επιτρέποντας συμπάθειες και πολιτικές να παίζουν σημαντικό ρόλο στην βαθμολόγηση, δημιουργεί περαιτέρω ένταση μεταξύ ανταγωνιστών, εφόσον ο καθένας θεωρεί τον εαυτό του ως καλύτερο.

Από την άλλη πλευρά, παραδόξως, η ρακέτα ενώνει. Οι συναναστροφές παικτών από διάφορα μέρη της χώρας κατά τις πανελλήνιες διοργανώσεις έχουν σφυρηλατήσει πολλές φιλίες. Εκτός αγωνιστικού χώρου, όπως στις γαστρονομικές συγκεντρώσεις, υπάρχει τόση σύμπνοια, γέλιο και αδελφικότητα, που απορεί κανείς εάν πρόκειται για τα ίδια άτομα που μάχονται στο «κλουβί» (όπως αποκαλείται ο αγωνιστικός χώρος στους Αγίους Αποστόλους).

Όπως και να έχουν τα πράγματα , η ‘ρακέτα’ έχει γίνει θεσμός που από παιχνίδι νεαρών που θέλουν να εντυπωσιάσουν καλλίγραμμες παρουσίες, εξελίσσεται σε άθλημα που αγκαλιάζει όλες τις ηλικίες. Τα αγωνίσματα πλέον απαιτούν άριστη φυσική κατάσταση, υψηλή τεχνική, δύναμη, αστραπιαία αντανακλαστικά και αντίληψη. Αλλά πέρα από άθλημα, διαιωνίζει τάσεις ανέκαθεν υπάρχουσες στην χώρα μας. Οι εστίες «Σφαιροκρουστών» στις παραλίες δεν απέχουν από τις παλαίστρες των Ελληνικών πόλεων της κλασσικής εποχής, όπου οι άνδρες συγκεντρώνονταν για να ανταγωνιστούν μεταξύ τους, να φιλοσοφήσουν, να φιλονικήσουν, να σχολιάσουν τεχνικές αθλητών και να τους θαυμάσουν, αλλά κυρίως να επιβεβαιώσουν την οντολογική τους ύπαρξη σωματικώς και εγωκεντρικώς.

Πέρα από την πολύ καλή άσκηση, η ρακέτα προσφέρει αυτογνωσία με θέα τον πολυδιάστατο ψυχισμό αυτού του ανάδελφου έθνους, εφόσον, μελετώντας τον μικρόκοσμο Ελλήνων σφαιροκρουστών, εύκολα κανείς αντιλαμβάνεται τον ιστορικό μακρόκοσμο αυτής της χώρας: Οι διαμάχες μεταξύ των Ελληνικών πόλεων της αρχαιότητας και το πολεμοχαρές πνεύμα που καθιέρωσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες αποκτούν αμεσότητα για τον σκεπτόμενο «Σφαιροκρούστη».

Παναγιώτης Τερπάνδρου Ζαχαρίου

Εν Χανίοις, 21/7/2003
                              * ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ, ΔΕΝ ΚΟΣΤΙΖΕΙ !                                                               Design & Hosting by : https://foxhost.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου