Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2019

Πόσο αδιάβαστοι μπορεί να είναι οι βουλευτές μας;; Ποιες είναι οι διαφορές ιθαγένειας και εθνικότητας;

Μάριος Μαρινάκος (ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ)

Πόσο αδιάβαστοι μπορεί να είναι οι βουλευτές μας; 
1) Ποιες είναι οι διαφορές ιθαγένειας και εθνικότητας; 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: 

Εθνικότητα είναι η προέλευση από ορισμένο έθνος. Είναι η ιδιότητα κάποιου να ανήκει σε ορισμένο έθνος ή να κατάγεται από ορισμένο έθνος. Ως έθνος ορίζεται ένα σύνολο ανθρώπων οι οποίοι μοιράζονται μεταξύ τους κοινά γνωρίσματα που τους διακρίνουν ως σύνολο από άλλα εθνικά σύνολα. Συνήθως τέτοια κοινά γνωρίσματα θεωρούνται η γλώσσα, η θρησκεία, οι κοινές παραδόσεις κ.λπ 

Ιθαγένεια είναι η πολιτική και νομική σχέση που έχει ένας πολίτης με ένα συγκεκριμένο κράτος από την οποία προκύπτουν και για τα δύο μέρη συγκεκριμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις. 
Δηλαδή, η εθνικότητα είναι ένας κοινωνιολογικός προσδιορισμός, ενώ η ιθαγένεια είναι ένας νομικός δεσμός του πολίτη με το κράτος στο οποίο ανήκει. 
(πηγή: Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, διεύθυνση 


2) Μπορεί, λοιπόν, μια συμφωνία Ελλάδας-Σκοπίων να καθορίσει εθνικότητα για το λαό της γείτονος χώρας; 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: 

Όχι. Το αν οι Σκοπιανοί θα συγκροτηθούν σε έθνος είναι δική τους εσωτερική κοινωνική και πολιτική σύμβαση. Σε καιρό ειρήνης είναι αδύνατο μια διακρατική συμφωνία να επέμβει στην κοινωνική δομή και οργάνωση μιας άλλης χώρας. Κάτι τέτοιο συμβαίνει μόνο σε καιρό πολέμου, οπότε ο νικητής επιβάλλει τους όρους του στον ηττημένο (πχ η Δημοκρατία της Βαϊμάρης - τα υπολείμματα του Γερμανικού κράτους- ήταν δημιούργημα της συνθήκης των Βερσαλιών με την οποία οι Γερμανοί συνθηκολόγησαν μετά την ήττα τους στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο). 

3) Και πώς ερμηνεύεται η συμφωνία των Πρεσπών; 

Δοθέντος ότι με ένα νομικό κείμενο, όπως είναι η διεθνής σύμβαση καθιερώνονται δεσμευτικοί νομικοί κανόνες για τα συμβαλλόμενα μέρη, το Διεθνές Δίκαιο (αυτό εφαρμόζεται στην συμφωνία των Πρεσπών, καθώς τα Σκόπια δεν ανήκουν ακόμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση), μέσω της Διεθνούς Σύμβασης της Βιέννης του 1969 περί του δικαίου των Διεθνών Συμβάσεων περιέχει εργαλεία ερμηνείας στα άρθρα 31 έως 33. 

Ειδικότερα, το άρθρο 31 παράγραφος 1, το οποίο κατά το Διεθνές Δικαστήριο αποτελεί αποκρυστάλλωση ήδη προ υφιστάμενου εθίμου, εν τοις πράγμασιν συμπυκνώνει τις τρεις προηγούμενες θεωρήσεις (1. Η συνθήκη δέον να ερμηνεύεται καλή τη πίστει, συμφώνως προς την συνήθη έννοια ήτις δίδεται εις τους όρους της συνθήκης, εν τω συνόλω αυτών και υπό το φως του αντικειμένου και του σκοπού της). 

Ως προς την έννοια της καλής πίστεως γίνεται δεκτό ότι αυτή διέπει κάθε πτυχή των διεθνών σχέσεων, όμως η σημασία της μεγιστοποιείται στο χώρο των διεθνών συμβάσεων. Συνήθως διακρίνεται σε θετική και αρνητική καλή πίστη. 

Στη θετική της έκφραση, ουσιαστικά αποκρυσταλλώνει την αρχή pacta sunt servanda, δηλαδή την υποχρέωση (ακριβούς) τήρησης των συμπεφωνημένων. 

Στην αρνητική της δε έκφραση γίνεται κατανοητή ως ανάγκη αποτροπής τυχόν εξαπατήσεως ή δόλου στις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σχέσεις. 

Η νομική θεωρία υποστηρίζει ότι η σπουδαιότητα της έννοιας της καλής πίστεως διαφαίνεται και στο ότι διατρέχει όλα τα στάδια σύναψης της συμβάσεως, ήδη δηλαδή από τις διαπραγματεύσεις έως και την τελική θέση σε εφαρμογή της συμβάσεως. 

Στη δεύτερη παράγραφο του αυτού άρθρου, απαριθμούνται στοιχεία που, κατά τους θεωρητικούς, μπορούν να χαρακτηριστούν ως τα “συμφραζόμενα” της Συμβάσεως, τα οποία επίσης εκτιμώνται και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ερμηνεία. Αυτά είναι, πέραν του κειμένου της συνθήκης (νοουμένου ως του συνόλου του προοιμίου και των τυχόν παραρτημάτων), κάθε περαιτέρω συμφωνία που συνομολογήθηκε με την ευκαιρία σύναψης της ερμηνευόμενης, καθώς και κάθε έγγραφο συντεταγμένο από ένα ή πλείονα μέρη και εφόσον έγινε δεκτό από τα υπόλοιπα ως μέρος της συμβάσεως. 

Εξίσου δεσμευτική είναι και κάθε μεταγενέστερη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών, αφορώσα την ερμηνεία, όπως και ενδεχόμενη ύστερη πρακτική αυτών που ακολουθείται κατά την εφαρμογή της συνθήκης (πηγή: Σελ. 124-126, Ρούκουνας Εμμανουήλ, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, Νομική Βιβλιοθήκη) 

Ομοίως, έχει κριθεί ότι το άρθρο 32 της ΣτΒ αποκρυσταλλώνει προϊσχύον εθιμικό δίκαιο (πηγή: Σελ. 322, Χατζηκωνσταντίνου Κ.- Αποστολίδης Χ.- Σαρηγιαννίδης Μ., Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη). 

Το εν λόγω άρθρο περιέχει ένα κατάλογο με ενδεικτικώς απαριθμούμενα συμπληρωματικά μέσα ερμηνείας των διεθνών συμβάσεων. Όπως αναφέρονται στο σώμα της ΣτΒ, αυτά είναι οι προπαρασκευαστικές της συνθήκης πράξεις και τα περιστατικά που περιβάλλον τη σύναψη αυτής. Ωστόσο, η ίδια η διάταξη ορίζει υπό ποιους όρους προστρέχει ο εφαρμοστής του δικαίου σε αυτά τα μέσα. 

Συγκεκριμένα, σκοπός είναι με αυτά να ενισχυθεί η ερμηνεία που δόθηκε ήδη με τη χρήση των εργαλείων τους άρθρου 31 ή να προσδιορισθεί σε αυτό το στάδιο σαφώς έννοια για την οποία η ερμηνεία του άρθρου 31 είτε ήταν ελλιπής (αφήνοντάς την ασαφή) είτε οδήγησε σε άτοπα συμπεράσματα. 

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να τονισθεί ότι τα εν λόγω στοιχεία είναι δορυφορικά, ακολουθούν και σκοπούν στο να επί βοηθήσουν στην ερμηνεία που ήδη συντελείται με το προηγούμενο άρθρο. Δεν μπορούν να υποκαταστήσουν το περιεχόμενο της συμβάσεως (πηγή: Σελ. 128, Ρούκουνας Εμμανουήλ, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, Νομική Βιβλιοθήκη) 

Τελευταίο άρθρο στο τμήμα της ΣτΒ περί ερμηνείας των διεθνών συνθηκών είναι το άρθρο 33, που ρυθμίζει την ερμηνεία συνθηκών διατυπωμένων σε περισσότερες της μιας γλώσσες. 

Κατά την πρώτη παράγραφο, αν μία συνθήκη κατέστη αυθεντική σε πλείονες γλώσσες, τα κείμενα αυτά είναι ισοδύναμα και εξίσου δεσμευτικά, εφόσον δεν έχει προβλεφθεί κάτι διαφορετικό εντός της συνθήκης. Ομοίως, για να είναι δεσμευτικό κείμενο αποτυπωμένο σε γλώσσα διαφορετική από τις αυθεντικές, θα πρέπει να έχει ορισθεί ειδικώς στο κείμενο της συμβάσεως (ΣτΒ 33 παράγραφος 2). Πάντοτε, βέβαια, οι όροι της συνθήκης έχουν το αυτό περιεχόμενο σε καθένα από τα περισσότερα αυθεντικά κείμενα (ΣτΒ 33 παράγραφος 3). 

Όσον αφορά στην Ελλάδα, σε επίπεδο ευρωπαϊκό, δε δημιουργείται κανένα απολύτως πρόβλημα, δεδομένου ότι η ελληνική, ήδη από την προσχώρηση της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θεωρείται επίσημη γλώσσα αυτής. 

4) Υπάρχει όντως κίνδυνος από το Δίκαιο της Θάλασσας και ένεκα του γεγονότος ότι τα Σκόπια είναι περίκλειστο κράτος (δηλαδή δεν έχει πρόσβαση σε θάλασσα); 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: 

Όχι, το νέο Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει στο Μέρος Χ με τίτλο "ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΑΝΕΥ ΑΚΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΠΡΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΔΙΕΛΕΥΣΗΣ" στο άρθρο 124 ότι: 

"Χρήση όρων 

Για τους σκοπούς της παρούσας σύμβασης: α) «κράτος άνευ ακτών» σημαίνει το κράτος που δεν έχει θαλάσσιες ακτές 

β) «κράτος διέλευσης» σημαίνει το κράτος, με ή χωρίς θαλάσσια ακτή, που βρίσκεται ανάμεσα σε κράτος άνευ ακτών και τη θάλασσα και δια μέσου του εδάφους του οποίου διέρχεται η διαμετακόμιση 

γ) «διαμετακόμιση» σημαίνει διακίνηση προσώπων, αποσκευών, εμπορευμάτων και μέσων μεταφοράς δια μέσου της περιοχής ενός ή περισσοτέρων κρατών διέλευσης, όταν η διέλευση δια μέσου αυτής της περιοχής με ή χωρίς μεταφόρτωση, αποθήκευση, μερική εκφόρτωση ή αλλαγή στον τρόπο μεταφοράς, αποτελεί μέρος μόνον ενός πλήρους ταξιδιού που αρχίζει ή τελειώνει μέσα στο έδαφος του άνευ ακτών κράτους 

δ) «μέσα μεταφοράς» σημαίνει: 

i) τροχαίο σιδηροδρομικό υλικό, θαλάσσια, λιμναία και ποτάμια σκάφη και οδικά οχήματα, 

ii) όπου το απαιτούν οι τοπικές συνθήκες, οι μεταφορείς και τα υποζύγια. 

Τα άνευ ακτών κράτη και τα κράτη διέλευσης μπορούν με συμφωνία μεταξύ τους να συμπεριλάβουν ως μέσα μεταφοράς αγωγούς και αγωγούς αερίου και μέσα μεταφοράς άλλα από εκείνα που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 1. 

Άρθρο 125 

Δικαίωμα πρόσβασης προς και από τη θάλασσα και ελευθερία διέλευσης. 

Τα άνευ ακτών κράτη έχουν το δικαίωμα πρόσβασης προς και από τη θάλασσα για το σκοπό της άσκησης των δικαιωμάτων που προβλέπονται στην παρούσα σύμβαση, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που σχετίζονται με την ελευθερία της ανοικτής θάλασσας και την κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας. Για το σκοπό αυτό, τα άνευ ακτών κράτη θα απολαύουν ελευθερίας διέλευσης διά μέσου του εδάφους των κρατών διέλευσης με όλα τα μεταφορικά μέσα. Οι όροι και τρόποι άσκησης της ελεύθερης διέλευσης θα συμφωνούνται ανάμεσα στα άνευ ακτών κράτη και στα ενδιαφερόμενα κράτη διέλευσης, με διμερείς, υπό περιφερειακές ή περιφερειακές συμφωνίες. Τα κράτη διέλευσης, κατά την ενάσκηση της πλήρους κυριαρχίας τους πάνω στο έδαφός τους, έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι τα δικαιώματα και οι ευκολίες που προβλέπονται στο παρόν μέρος για τα άνευ ακτών κράτη δεν παραβιάζουν με κανένα τρόπο τα νόμιμα συμφέροντά τους. 

Άρθρο 58 

Δικαιώματα και υποχρεώσεις των άλλων κρατών στην αποκλειστική οικονομική ζώνη Στην αποκλειστική οικονομική ζώνη, όλα τα κράτη, παράκτια ή χωρίς ακτές, απολαμβάνουν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας σύμβασης, τις ελευθερίες της ναυσιπλοΐας και υπέρ πτήσης καθώς και τα δικαιώματα τοποθέτησης υποβρυχίων καλωδίων και αγωγών που αναφέρονται στο άρθρο 87, ως επίσης και το δικαίωμα χρήσης των θαλασσών γι’ άλλους διεθνώς νόμιμους σκοπούς που συνδέονται με την ενάσκηση αυτών των δικαιωμάτων και που εναρμονίζονται με τις άλλες διατάξεις της παρούσας σύμβασης, ειδικότερα στα πλαίσια της εκμετάλλευσης των πλοίων, των αεροσκαφών και των υποβρυχίων καλωδίων και αγωγών. 

Άρθρο 69 

Δικαίωμα κρατών άνευ ακτών Τα κράτη άνευ ακτών έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν, σε ισότιμη βάση, στην εκμετάλλευση προσήκοντος μέρους του πλεονάσματος των ζώντων πόρων των αποκλειστικών οικονομικών ζωνών των παράκτιων κρατών της ιδίας υποπεριοχής ή περιοχής, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές οικονομικές και γεωγραφικές συνθήκες όλων των ενδιαφερομένων κρατών και σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και των άρθρων 61 και 62. Οι όροι και οι τρόποι της συμμετοχής αυτής καθορίζονται από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέσω διμερών, υπό περιφερειακών ή περιφερειακών συμφωνιών λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων: α) την ανάγκη αποφυγής συνεπειών επιβλαβών για τις αλιευτικές κοινότητες ή τις ιχθυο βιομηχανίες του παράκτιου κράτους β) την έκταση κατά την οποία το άνευ ακτών κράτος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου συμμετέχει ή έχει το δικαίωμα να συμμετέχει, σύμφωνα με υφιστάμενες διμερείς υπό περιφερειακές ή περιφερειακές συμφωνίες, στην εκμετάλλευση των ζώντων πόρων των αποκλειστικών οικονομικών ζωνών άλλων παράκτιων κρατών γ) την έκταση κατά την οποία άλλα κράτη άνευ ακτών και γεωγραφικά μειονεκτούντα κράτη συμμετέχουν ήδη στην εκμετάλλευση των ζώντων πόρων της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης του παράκτιου κράτους και την συνακόλουθη ανάγκη αποφυγής συγκεκριμένης επιβάρυνσης ενός οποιουδήποτε παράκτιου κράτους ή μέρους αυτού δ) τις ανάγκες διατροφής των πληθυσμών των αντίστοιχων κρατών. 

Όταν η αλιευτική ικανότητα του παράκτιου κράτους φθάσει σε σημείο που να του επιτρέπει να αλιεύει ολόκληρο τον επιτρεπτό όγκο αλιεύματος των ζωντανών πόρων στην αποκλειστική οικονομική του ζώνη, το παράκτιο κράτος και άλλα ενδιαφερόμενα κράτη συνεργάζονται στην διαμόρφωση δίκαιων διευθετήσεων σε διμερή, υπό περιφερειακή ή περιφερειακή βάση προκειμένου να επιτρέψουν την συμμετοχή αναπτυσσομένων κρατών άνευ ακτών της ιδίας υποπεριοχής ή περιοχής στην εκμετάλλευση των ζώντων πόρων των αποκλειστικών οικονομικών ζωνών των παράκτιων κρατών της υποπεριοχής ή περιοχής, όπως κρίνεται σκόπιμο, από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, και υπό όρους ικανοποιητικούς για όλα τα μέρη. Κατά την εφαρμογή της παρούσας διάταξης λαμβάνονται υπόψη οι παράγοντες που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Τα ανεπτυγμένα κράτη άνευ ακτών έχουν δικαίωμα συμμετοχής στην εκμετάλλευση των ζώντων πόρων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, μόνον στις αποκλειστικές οικονομικές ζώνες των ανεπτυγμένων παράκτιων κρατών της ιδίας υποπεριοχής ή περιοχής, με λαμβάνοντας υπόψη την έκταση κατά την οποία το παράκτιο κράτος, κατά την παραχώρηση σε άλλα κράτη πρόσβασης στους φυσικούς πόρους της αποκλειστικής οικονομικής του ζώνης, έχει λάβει υπόψη του την ανάγκη περιορισμού στο ελάχιστο των επιζήμιων συνεπειών στις αλιευτικές κοινότητες και την οικονομική αποδιάρθρωση κρατών των οποίων οι υπήκοοι αλιεύουν κατά συνήθεια στη ζώνη. Οι παραπάνω διατάξεις δεν θίγουν τις διευθετήσεις που συμφωνήθηκαν σε υποπεριοχές ή περιοχές όπου τα παράκτια κράτη δύνανται να παραχωρήσουν σε κράτη άνευ ακτών της ίδιας υπό-περιοχής ή περιοχής ίσα ή προνομιακά δικαιώματα για την εκμετάλλευση των ζώντων πόρων στις αποκλειστικές οικονομικές ζώνες.

Δηλαδή, η σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας δίνει δικαίωμα σε περίκλειστα κράτη να συμμετέχουν στην εκμετάλλευση μόνον του πλεονάσματος των αλιευμάτων εντός της ΑΟΖ. Στην περίπτωση του Αιγαίου είναι αστείο και να συζητάμε την ύπαρξη πλεονάσματος στους αλιευτικούς πόρους. 

Όταν η Ελλάδα οριοθετήσει ΑΟΖ τα Σκόπια θα έχουν δικαίωμα μόνο στο περίσσευμα της αλιείας όπως προβλέπεται στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και όχι στον ορυκτό μας πλούτο. 

Άλλωστε, για τους μη γνώστες τονίζεται ότι η ΠΓΔΜ έχει πρόσβαση στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης ήδη από το 1995 με την Ενδιάμεση Συμφωνία. Μάλιστα, ο λόγος που οδηγηθήκαμε στην Ενδιάμεση Συμφωνία ήταν το εμπάργκο προϊόντων που είχαμε επιβάλει στην ΠΓΔΜ. Ήδη από τότε, με την Ενδιάμεση Συμφωνία δεσμευθήκαμε να παρέχουμε ακώλυτη πρόσβαση στη μεταφορά ανθρώπων και αγαθών δια του εδάφους μας (άρθρο 8). 

(πηγή: Άγγελος Συρίγος, αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στην Καθημερινή την 18-06-2018)
                            * ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ, ΔΕΝ ΚΟΣΤΙΖΕΙ !                                                                        Design & Hosting by : https://foxhost.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου